Είχα ξεχυθεί στα στενά της Πόλης και συγκεκριμένα στην λεγόμενη ιστορική χερσόνησο για αμέτρητες ώρες περπατήματος. Αν και έχω περπατήσει σε τούτα τα μέρη ξανά και ξανά κάτι απροσδιόριστο με σπρώχνει πάντα στο να πηγαίνω στους ίδιους δρόμους, στα ίδια σοκάκια, στις ίδιες γειτονιές. Είναι σαν να προσπαθώ να αποροφήσω την Πόλη μέσα μου, σαν να θέλω να αποτυπώσω όσες πιο πολλές μυρωδιές, εικόνες και λοιπά ερεθίσματα βαθειά στο κορμί μου.
Χωμένος λοιπόν με τις ώρες στα σοκάκια βρέθηκα στο Φανάρι στα σύνορα με το Φάτιχ. Ο καιρός μουντός, παγωμένος και με έναν αέρα που πραγματικά έτσουζε.
Δε θα ήταν άσχημα να κάνω ένα διαλλειματάκι, σκέφτηκα, να ξεφύγω λιγάκι από την βαρυχειμωνιά. Εκεί κοντά μου ήταν η εκκλησία της Παναγίας της Μουχλιώτισσσας. Εμένα μου φαινόνταν πάντα σαν ερειπωμένη, αλλά γυροφέρνωντάς την μια φορά, είδα μια πορτούλα με κουδουνάκι και σκέφτηκα πως ίσως καταφέρω να μπώ μέσα να την δω.
Χτύπησα και μετά από λίγο ακούστηκαν βήματα στον αυλόγυρο και μία κύρια μου άνοιξε. Δεν μιλούσε ούτε μια λέξη ελληνικά, μα βλέποντάς με, ρώτησε:
Yunanlımısın? Χαμογελώντας, απάντησα καταφατικά και με άφησε να μπώ στην αυλή. Στην Πόλη σαν καταλάβουν πως δεν είμαι Τούρκος, το πρώτο πράγμα που τους έρχεται στον νού τους, είναι να με ρωτήσουν αν είμαι Έλληνας. Πόλλες φορές μου απαντάνε με μερικές ελληνικές λέξεις χωρίς εγώ καν να έχω ανοίξει το στόμα μου. Στην σημερινή περίπτωση πάντως δεν χωράει καμία δεύτερη σκέψη. Ποιός άλλος θα έτρεχε μεσ' στο καταχείμωνο, να χτυπάει πόρτες στις εκκλησίες, εκτός από Έλληνα; Έφερε τα κλειδιά και μου άνοιξε την εκκλησία, αφήνωντας με να απολάυσω τον τόσο ιδιαίτερο αυτόν χώρο.
 |
| Η μικρή είσοδος της Παναγίας του Μουχλίου |
Η ημερομηνία κατασκευής της εκκλησίας αυτής χάνεται στα ίχνη των αιώνων.